Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2007
Τρίτη, 02 Οκτωβρίου 2007
Οι εκ γενετής κωφοί πράγματι απολαμβάνουν τη μουσική
Ο απρόβλεπτος εγκέφαλος
Οι εκ γενετης κωφοι πραγματι απολαμβανουν τη μουσικη
Ο απρόβλεπτος εγκέφαλος
Οι εκ γενετής κωφοί «νιώθουν» και απολαμβάνουν τη μουσική, καθώς ο εγκέφαλός τους έχει προσαρμοστεί ώστε να επεξεργάζεται τις δονήσεις των ήχων που φτάνουν στην επιφάνεια του σώματος ως ηχητικά ερεθίσματα, αποκαλύπτει έρευνα που παρουσιάστηκε σε συνέδριο Ακτινολογίας στις ΗΠΑ.
Αναλύοντας την εγκεφαλική λειτουργία δέκα κωφών ατόμων, ο Δρ Ντιν Σιμπάτα του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον ανακάλυψε ότι οι εκ γενετής κωφοί επεξεργάζονται τα ερεθίσματα των δονήσεων στο τμήμα του εγκεφάλου που κανονικά είναι υπεύθυνο για την ακοή. ..
(περισσότερα)
http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=344864
HOME PAGE
Οι εκ γενετης κωφοι πραγματι απολαμβανουν τη μουσικη
Ο απρόβλεπτος εγκέφαλος
Οι εκ γενετής κωφοί «νιώθουν» και απολαμβάνουν τη μουσική, καθώς ο εγκέφαλός τους έχει προσαρμοστεί ώστε να επεξεργάζεται τις δονήσεις των ήχων που φτάνουν στην επιφάνεια του σώματος ως ηχητικά ερεθίσματα, αποκαλύπτει έρευνα που παρουσιάστηκε σε συνέδριο Ακτινολογίας στις ΗΠΑ.
Αναλύοντας την εγκεφαλική λειτουργία δέκα κωφών ατόμων, ο Δρ Ντιν Σιμπάτα του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον ανακάλυψε ότι οι εκ γενετής κωφοί επεξεργάζονται τα ερεθίσματα των δονήσεων στο τμήμα του εγκεφάλου που κανονικά είναι υπεύθυνο για την ακοή. ..
(περισσότερα)
http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=344864
HOME PAGE
Κωφοί: Γλωσσική μειονότητα, ανάπηροι ή απλά διαφορετικοί;
Νοηματική Γλώσσα (κλικ)
Ο προφορικός λόγος διευκολύνει μόνο τους ακούοντες.
Οι κωφοί, αν και έχουν φωνή, δεν μπορούν να μιλήσουν καλά προφορικά.
Για τους κωφούς, φυσική γλώσσα είναι η νοηματική, που διαφέρει από χώρα σε χώρα.
Είναι οπτικο – κινητική γλώσσα, σε αντιδιαστολή προς τις ομιλούμενες γλώσσες τις οποίες προφέρουμε δια της αναπνευστικής οδού και τις ακούμε.
Χρησιμοποιεί το χώρο και την κίνηση.
Τα χέρια και το σώμα είναι βασικά εργαλεία της στην απεικόνιση νοημάτων.
Μερικά νοήματα αποδίδονται πιο εικονικά από άλλα.
Όπως όμως συμβαίνει και με τις λέξεις, τα νοήματα που επικοινωνούν αφορούν και αφηρημένες έννοιες.
Ως εκ τούτου, στην Ελληνική γλώσσα έχει υιοθετηθεί η λέξη νοηματική, η οποία παραπέμπει τόσο στο νεύμα όσο και στο νόημα.
Ως γλώσσα διαθέτει πλήρη συντακτική και γραμματική οργάνωση.
Σε σχέση με τις προφορικές γλώσσες, εδράζεται νευρολογικά στις ίδιες περιοχές του εγκεφάλου και κατακτάται από το άτομο μέσω της ίδιας αναπτυξιακής πορείας.Ιστορικά η αρχή της εντοπίζεται στην Ισπανία του 16ου αιώνα.
Η χρήση όμως του δακτυλικού αλφαβήτου είναι παλαιότερη από τη χρήση της νοηματικής.
Στην Ελλάδα άρχισε να χρησιμοποιείται επίσημα στην εκπαίδευση των κωφών με το νόμο 2817 του 2000, ενώ το 2002 αναγνωρίστηκε από την Ελληνική Βουλή ως επίσημη γλώσσα του κράτους.
Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου 100.000 βαρήκοοι και κωφοί.
Ο ήχος γίνεται αντιληπτός από τους κωφούς μέσω κραδασμών. Η απουσία του, η οποία για τους ακούοντες αντιστοιχεί στον ήχο της σιωπής, κάνει τους κωφούς απλά να προσλαμβάνουν την πραγματικότητα με τις αισθήσεις που διαθέτουν, αναπτύσσοντας μια οπτική κυρίως σχέση με τον κόσμο.
Οι κωφοί εκφράζονται σιωπηρά δια μέσου μη λεκτικών μηνυμάτων. Η διαφορετική γλώσσα τους υποδηλώνει το διαφορετικό τρόπο με τον οποίο κωδικοποιούνται εμπειρίες παρόμοιες με αυτές του υπόλοιπου πληθυσμού (όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις γλώσσες).
Γλωσσική μειονότητα, ανάπηροι ή απλά διαφορετικοί;
Η κοινωνία των ακουόντων ορίζει τα «φυσιολογικά» πρότυπα, το υγιές και το άρρωστο.
Σ αυτό το πλαίσιο, μέχρι πρόσφατα, επικρατούσε σχετικά με την κώφωση η ιατροπαθολογική άποψη σύμφωνα με την οποία οι κωφοί όφειλαν να λειτουργήσουν –με οποιοδήποτε γι αυτούς κόστος- μέσα σε ένα σύστημα επικοινωνίας που δεν ανταποκρίνεται στις φυσικές δυνατότητές τους.
Κατά συνέπεια υστερούν σε σχέση με τους ακούοντες σε διάφορους τομείς και κυρίως στην εκπαίδευση.
Η φυσική έλλειψή τους αντιμετωπίζεται ακόμη σήμερα, συχνά ως ελάττωμα που τους καθιστά άρρωστους, σε επίπεδο φυσιολογίας, κοινωνικότητας και γλωσσικής ανάπτυξης.
Ως απάντηση σ αυτή την αντιμετώπιση, σε ένα «κόσμο φτιαγμένο για ακούοντες», αίτημα μεγάλου μέρους των κωφών είναι να αντιμετωπισθούν ως γλωσσική - πολιτισμική μειονότητα.
Ως τρίτη προσέγγιση προτείνεται απλά να αναγνωρίζονται και να γίνονται σεβαστές οι ιδιαίτερες επικοινωνιακές ικανότητες και ανάγκες των κωφών -όπως και κάθε διαφορετικής από τους μέσους όρους ομάδας- και το σύστημα επικοινωνίας που ανταποκρίνεται στις δυνατότητές τους, να γίνεται αποδεκτό ισότιμα με το επικρατούν.
HOME PAGE
Ο προφορικός λόγος διευκολύνει μόνο τους ακούοντες.
Οι κωφοί, αν και έχουν φωνή, δεν μπορούν να μιλήσουν καλά προφορικά.
Για τους κωφούς, φυσική γλώσσα είναι η νοηματική, που διαφέρει από χώρα σε χώρα.
Είναι οπτικο – κινητική γλώσσα, σε αντιδιαστολή προς τις ομιλούμενες γλώσσες τις οποίες προφέρουμε δια της αναπνευστικής οδού και τις ακούμε.
Χρησιμοποιεί το χώρο και την κίνηση.
Τα χέρια και το σώμα είναι βασικά εργαλεία της στην απεικόνιση νοημάτων.
Μερικά νοήματα αποδίδονται πιο εικονικά από άλλα.
Όπως όμως συμβαίνει και με τις λέξεις, τα νοήματα που επικοινωνούν αφορούν και αφηρημένες έννοιες.
Ως εκ τούτου, στην Ελληνική γλώσσα έχει υιοθετηθεί η λέξη νοηματική, η οποία παραπέμπει τόσο στο νεύμα όσο και στο νόημα.
Ως γλώσσα διαθέτει πλήρη συντακτική και γραμματική οργάνωση.
Σε σχέση με τις προφορικές γλώσσες, εδράζεται νευρολογικά στις ίδιες περιοχές του εγκεφάλου και κατακτάται από το άτομο μέσω της ίδιας αναπτυξιακής πορείας.Ιστορικά η αρχή της εντοπίζεται στην Ισπανία του 16ου αιώνα.
Η χρήση όμως του δακτυλικού αλφαβήτου είναι παλαιότερη από τη χρήση της νοηματικής.
Στην Ελλάδα άρχισε να χρησιμοποιείται επίσημα στην εκπαίδευση των κωφών με το νόμο 2817 του 2000, ενώ το 2002 αναγνωρίστηκε από την Ελληνική Βουλή ως επίσημη γλώσσα του κράτους.
Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου 100.000 βαρήκοοι και κωφοί.
Ο ήχος γίνεται αντιληπτός από τους κωφούς μέσω κραδασμών. Η απουσία του, η οποία για τους ακούοντες αντιστοιχεί στον ήχο της σιωπής, κάνει τους κωφούς απλά να προσλαμβάνουν την πραγματικότητα με τις αισθήσεις που διαθέτουν, αναπτύσσοντας μια οπτική κυρίως σχέση με τον κόσμο.
Οι κωφοί εκφράζονται σιωπηρά δια μέσου μη λεκτικών μηνυμάτων. Η διαφορετική γλώσσα τους υποδηλώνει το διαφορετικό τρόπο με τον οποίο κωδικοποιούνται εμπειρίες παρόμοιες με αυτές του υπόλοιπου πληθυσμού (όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις γλώσσες).
Γλωσσική μειονότητα, ανάπηροι ή απλά διαφορετικοί;
Η κοινωνία των ακουόντων ορίζει τα «φυσιολογικά» πρότυπα, το υγιές και το άρρωστο.
Σ αυτό το πλαίσιο, μέχρι πρόσφατα, επικρατούσε σχετικά με την κώφωση η ιατροπαθολογική άποψη σύμφωνα με την οποία οι κωφοί όφειλαν να λειτουργήσουν –με οποιοδήποτε γι αυτούς κόστος- μέσα σε ένα σύστημα επικοινωνίας που δεν ανταποκρίνεται στις φυσικές δυνατότητές τους.
Κατά συνέπεια υστερούν σε σχέση με τους ακούοντες σε διάφορους τομείς και κυρίως στην εκπαίδευση.
Η φυσική έλλειψή τους αντιμετωπίζεται ακόμη σήμερα, συχνά ως ελάττωμα που τους καθιστά άρρωστους, σε επίπεδο φυσιολογίας, κοινωνικότητας και γλωσσικής ανάπτυξης.
Ως απάντηση σ αυτή την αντιμετώπιση, σε ένα «κόσμο φτιαγμένο για ακούοντες», αίτημα μεγάλου μέρους των κωφών είναι να αντιμετωπισθούν ως γλωσσική - πολιτισμική μειονότητα.
Ως τρίτη προσέγγιση προτείνεται απλά να αναγνωρίζονται και να γίνονται σεβαστές οι ιδιαίτερες επικοινωνιακές ικανότητες και ανάγκες των κωφών -όπως και κάθε διαφορετικής από τους μέσους όρους ομάδας- και το σύστημα επικοινωνίας που ανταποκρίνεται στις δυνατότητές τους, να γίνεται αποδεκτό ισότιμα με το επικρατούν.
HOME PAGE
Κωφοί: συμπεριφορές και συνήθειες
Οι ιδιαιτερότητες των κωφών καθορίζουν και τις διαφορετικές συμπεριφορές και συνήθειές τους, π.χ.:
* κάθονται απέναντι ο ένας στον άλλο και όχι δίπλα,
* χρησιμοποιούν πολύ την περιφερειακή τους όραση,
* αγκαλιάζονται περισσότερο από τους ακούοντες,
* στις συνομιλίες τους κρατούν μεταξύ τους μεγαλύτερη απόσταση από τους ακούοντες, αφού έχουν ανάγκη να παρακολουθούν όχι μόνο το πρόσωπο του νοηματιστή αλλά και τις κινήσεις των χεριών του,
* τραβούν την προσοχή με άγγιγμα στον ώμο -το άγγιγμα στην πλάτη μπορεί να εκλειφθεί ως πρόκληση σε καυγά-,
* το να πιάσεις τα χέρια κάποιου την ώρα που νοηματίζει, είναι το ίδιο με το να κλείσεις το στόμα κάποιου την ώρα που μιλά,
* η απομόνωση και η εμπιστευτικότητα είναι πιο δύσκολα να επιτευχθούν στην κοινότητα των κωφών, (λόγω ορατότητας των συζητήσεων, η οπτική επαφή είναι προϋπόθεση στην επικοινωνία των κωφών –μέσω της νοηματικής, το τράβηγμα των ματιών σημαίνει αδιαφορία και αγένεια),
* οι εκφράσεις του προσώπου είναι απαραίτητα στοιχεία της γραμματικής και της σύνταξης της νοηματικής γλώσσας.
Τέλος, συχνά αναφέρεται ότι ... η διήγηση ιστοριών είναι χαρακτηριστικό μέρος της κουλτούρας των κωφών.
Έχουν ένα ιδιαίτερο ταλέντο που δεν το αντιλαμβάνονται, αφού η διήγηση ιστοριών είναι απλά συζήτηση γι αυτούς.
βλ. "Η κοινωνία και οι Κωφοί", για περισσότερες και πολύ πολύ ενδιαφέροουσες πληροφορίες, σχετικά με την κουλτούρα και την ταυτότητα των κωφών - και όχι μόνο-
HOME PAGE
* κάθονται απέναντι ο ένας στον άλλο και όχι δίπλα,
* χρησιμοποιούν πολύ την περιφερειακή τους όραση,
* αγκαλιάζονται περισσότερο από τους ακούοντες,
* στις συνομιλίες τους κρατούν μεταξύ τους μεγαλύτερη απόσταση από τους ακούοντες, αφού έχουν ανάγκη να παρακολουθούν όχι μόνο το πρόσωπο του νοηματιστή αλλά και τις κινήσεις των χεριών του,
* τραβούν την προσοχή με άγγιγμα στον ώμο -το άγγιγμα στην πλάτη μπορεί να εκλειφθεί ως πρόκληση σε καυγά-,
* το να πιάσεις τα χέρια κάποιου την ώρα που νοηματίζει, είναι το ίδιο με το να κλείσεις το στόμα κάποιου την ώρα που μιλά,
* η απομόνωση και η εμπιστευτικότητα είναι πιο δύσκολα να επιτευχθούν στην κοινότητα των κωφών, (λόγω ορατότητας των συζητήσεων, η οπτική επαφή είναι προϋπόθεση στην επικοινωνία των κωφών –μέσω της νοηματικής, το τράβηγμα των ματιών σημαίνει αδιαφορία και αγένεια),
* οι εκφράσεις του προσώπου είναι απαραίτητα στοιχεία της γραμματικής και της σύνταξης της νοηματικής γλώσσας.
Τέλος, συχνά αναφέρεται ότι ... η διήγηση ιστοριών είναι χαρακτηριστικό μέρος της κουλτούρας των κωφών.
Έχουν ένα ιδιαίτερο ταλέντο που δεν το αντιλαμβάνονται, αφού η διήγηση ιστοριών είναι απλά συζήτηση γι αυτούς.
βλ. "Η κοινωνία και οι Κωφοί", για περισσότερες και πολύ πολύ ενδιαφέροουσες πληροφορίες, σχετικά με την κουλτούρα και την ταυτότητα των κωφών - και όχι μόνο-
HOME PAGE
Στάσεις κωφών μαθητών και κοινωνίας, Φραντζή Πην.
Στάσεις κωφών μαθητών και κοινωνίας μπροστά στη σχολική "ενοποίηση"
Ημερομηνία Αποστολής : 15/05/2007
Της Φραντζή ΠηνελόπηςΕκπαιδευτικού,
Μεταπτ. Διπλ. στις Κοινωνικές Επιστήμεςκαι τις Επιστήμες της Αγωγής,
Υποψ. Διδάκτ. Εθν. και Καποδ. Παν/μίου Αθηνών.
Άτομα με ειδικές ανάγκες υπήρχαν από τη στιγμή της εμφάνισης του ανθρώπου ως ατόμου, αργότερα με τη δημιουργία κοινωνικών ομάδων και θα συνεχίζουν να υπάρχουν στο μέλλον. Η αντιμετώπιση όμως αυτών των συμπολιτών μας υπήρξε διαφορετική από εποχή σε εποχή. Είχε, δε, πάντοτε σχέση με τις υπάρχουσες αντιλήψεις, τις φιλοσοφικές θεωρίες και τις στάσεις της κοινωνίας.
Έτσι η στάση τόσο της διεθνούς όσο και της ελληνικής κοινωνίας προς τα άτομα με ειδικές ανάγκες κυμάνθηκε μεταξύ απόρριψης και πλήρους αποδοχής.
Τώρα πια, τα προβλήματα των ατόμων με ειδικές ανάγκες έχουν συνδεθεί με τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως ορίζονται γενικά στην Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του Ο.Η.Ε. (1948).
Με βάση τις αρχές που διατυπώνονται σε αυτήν αλλά και σε άλλες διακηρύξεις που συνδέουν την αναπηρία με τα κοινωνικά και ανθρώπινα δικαιώματα (Σαλαμάνκα, 1994), τα προβλήματα των ανάπηρων ατόμων αντιμετωπίζονται από τα προηγμένα κράτη :
1. Με την αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων τους
2. την αποδοχή του «ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ»
3. τη θέσπιση ειδικής νομοθεσίας
4.την εξάλειψη των κάθε είδους διακρίσεων
Η εισήγηση παρατίθεται σε μορφή (doc. 60 Κb) εδώ.
ATTITUDES OF DEAF STUDENTS AND SOCIETY’STOWARDS SCHOOL INTEGRATIONSUMMARYIntegration of schools for students with special needs with those of general education has been one of the most important issues on educational agenda during the last fifteen years.
The idea of training for deaf children in local schools and their integration with hearing-able students will be made difficult by the latter.
However, the conception of deaf children’s attendance in general education schools is official policy of governments in many countries.
The issue of training of deaf children in schools of hearing-able children is responsible for sharp juxtapositions among special scientists, parents and deaf children.
Hitherto, it is believed that deaf students have more opportunities for social relations while socializing with hearing-able students and their teachers;
thus, they obtain necessary capabilities helpful to their future social accession.
However, related researches showed up that deaf teenagers feel more secure and acceptable into relations with deaf classmates.
HOME PAGE
Ημερομηνία Αποστολής : 15/05/2007
Της Φραντζή ΠηνελόπηςΕκπαιδευτικού,
Μεταπτ. Διπλ. στις Κοινωνικές Επιστήμεςκαι τις Επιστήμες της Αγωγής,
Υποψ. Διδάκτ. Εθν. και Καποδ. Παν/μίου Αθηνών.
Άτομα με ειδικές ανάγκες υπήρχαν από τη στιγμή της εμφάνισης του ανθρώπου ως ατόμου, αργότερα με τη δημιουργία κοινωνικών ομάδων και θα συνεχίζουν να υπάρχουν στο μέλλον. Η αντιμετώπιση όμως αυτών των συμπολιτών μας υπήρξε διαφορετική από εποχή σε εποχή. Είχε, δε, πάντοτε σχέση με τις υπάρχουσες αντιλήψεις, τις φιλοσοφικές θεωρίες και τις στάσεις της κοινωνίας.
Έτσι η στάση τόσο της διεθνούς όσο και της ελληνικής κοινωνίας προς τα άτομα με ειδικές ανάγκες κυμάνθηκε μεταξύ απόρριψης και πλήρους αποδοχής.
Τώρα πια, τα προβλήματα των ατόμων με ειδικές ανάγκες έχουν συνδεθεί με τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως ορίζονται γενικά στην Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του Ο.Η.Ε. (1948).
Με βάση τις αρχές που διατυπώνονται σε αυτήν αλλά και σε άλλες διακηρύξεις που συνδέουν την αναπηρία με τα κοινωνικά και ανθρώπινα δικαιώματα (Σαλαμάνκα, 1994), τα προβλήματα των ανάπηρων ατόμων αντιμετωπίζονται από τα προηγμένα κράτη :
1. Με την αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων τους
2. την αποδοχή του «ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ»
3. τη θέσπιση ειδικής νομοθεσίας
4.την εξάλειψη των κάθε είδους διακρίσεων
Η εισήγηση παρατίθεται σε μορφή (doc. 60 Κb) εδώ.
ATTITUDES OF DEAF STUDENTS AND SOCIETY’STOWARDS SCHOOL INTEGRATIONSUMMARYIntegration of schools for students with special needs with those of general education has been one of the most important issues on educational agenda during the last fifteen years.
The idea of training for deaf children in local schools and their integration with hearing-able students will be made difficult by the latter.
However, the conception of deaf children’s attendance in general education schools is official policy of governments in many countries.
The issue of training of deaf children in schools of hearing-able children is responsible for sharp juxtapositions among special scientists, parents and deaf children.
Hitherto, it is believed that deaf students have more opportunities for social relations while socializing with hearing-able students and their teachers;
thus, they obtain necessary capabilities helpful to their future social accession.
However, related researches showed up that deaf teenagers feel more secure and acceptable into relations with deaf classmates.
HOME PAGE
H απουσία ήχου στους κωφούς της Σωτηρίας Γουναρίδη
«Τα δικά μου λόγια
Έχουν κάτι από το κύμα που παλεύει
Δες τα χέρια μου πως κάνουν
Δες ψηλά τις λέξεις φτάνουν
Τα δικά μου λόγια
Λόγια της σιωπής»
(Τραγούδι: Ελένη Πέτα
Στίχοι: Γιώτα Βασιλακοπούλου
Μουσική:Κ.Ζευγαδέλη)
Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε ένα κόσμο απόλυτης σιωπής στον οποίο η έννοια "ήχος", ως βίωμα που έχει προσληφθεί από τα ώτα, θα είναι άγνωστη.
Έναν κόσμο στον οποίο θα απουσιάζει η αίσθηση της μελωδίας ενός τραγουδιού, η καθημερινή συνήθεια της παρακολούθησης συζητήσεων ή ακόμα και η έννοια της ψυχαγωγίας που συχνά συνδέεται με τη μουσική.
Μια τέτοια καθημερινότητα βιώνουν οι κωφοί οι οποίοι, όπως είναι γνωστό χρησιμοποιούν την γλώσσα που βασίζεται κυρίως στις κινήσεις των χεριών, τη λεγόμενη νοηματική - κατ’ άλλους κινηματική - προκειμένου να επικοινωνούν τόσο μεταξύ τους όσο και με τους ακούοντες, με τη συνεισφορά διερμηνέων, όταν οι δεύτεροι δεν γνωρίζουν την γλώσσα των πρώτων.
Η απώλεια της ακοής δημιουργεί αισθήματα σαν κι αυτά που θίγονται παρακάτω: «Είναι κάτι περισσότερο απ’ το ότι 'δεν μπορώ να ακούσω'.
Είναι σαν ένα χρυσόψαρο σε γυάλα: πάντα παρακολουθείς τα πράγματα να συμβαίνουν έξω από σένα, τους ανθρώπους να μιλούν συνέχεια.
Είναι σαν να 'σαι στον κόσμο σου ανάμεσα σε ξένους.
Οι κωφοί δεν έχουν ακούσει ποτέ τις δικές τους φωνές, μόνο νοιώθουν τους κραδασμούς που αυτές προκαλούν στο λαιμό τους κάθε φορά που επιχειρούν να μιλήσουν.
Δεν ακούν το κλάμα τους, βλέπουν μόνο τα ίχνη δακρύων στα μάγουλα.
Δεν μπορούν να ακούσουν τις βωμολοχίες, βλέπουν μόνο τα ταραγμένα πρόσωπα και τα δάκτυλα να κινούνται απειλητικά μπροστά στα πρόσωπα τους.
Δεν μπορούν να ακούσουν το θρόισμα των φύλλων, παρά να δουν τα φύλλα να κινούνται και τα δέντρα να λικνίζονται - για τους ίδιους δε, ο χορός είναι μια κιναισθητική εμπειρία από την οποία απουσιάζει ο ρυθμός.
Δεν μπορούν να ακούσουν τους ήχους που φέρνουν οι εποχές, δεν προσλαμβάνουν το «ηχητικό τοπίο», παρα κυρίως το οπτικό, βλέποντας μόνο τις αλλαγές που έρχονται μαζί τους.
Ωστόσο, η απουσία του ήχου απ’ τη καθημερινότητά τους δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως έλλειψη αλλά ως μια διαφοροποίηση που μπορεί να έχει την αρνητική της πλευρά - δηλαδή την αποστέρηση της απόλαυσης απ’ το άκουσμα των διαφόρων ήχων- αναμφίβολα, όμως, έχει και τη θετική της.
Οι κωφοί, λοιπόν, είναι οι μόνοι που κατέχουν τόσο καλά τον ήχο της σιωπής αφού μπορούν πραγματικά να τον «ακούσουν», με την έννοια της ψυχικής αποτίμησής του. Κυρίαρχα μέσα μετάδοσης περιεχομένου για εκείνους είναι οι εικόνες καθώς αποτελούν το βασικό εργαλείο της γλώσσας τους, ενώ ο μόνος, ίσως, τρόπος να καταλάβουν τη δυναμική και την ενέργεια του ήχου είναι μέσω των κραδασμών.
Κινούμενοι, οι ακούοντες, στα πλαίσια ενός πολιτισμού στον οποίο κύρια εργαλεία διαμεσολάβησης είναι ο ήχος και η εικόνα τείνουμε να παραβλέπουμε ότι «η σιωπή λέει το ουσιώδες, το αρθρώνει. Δεν υπάρχει λόγος που να αξίζει όσο μια σιωπή που τη στηρίζει η ένταση μιας αυθεντικής ύπαρξης».
Η σιωπή και κατ’ επέκταση η γενικότερη κουλτούρα των κωφών είναι που μας διδάσκει για το μάταιο της λανθασμένης δικής μας εστίασης σχετικά με το τι έχει σημασία στη ζωή.
Μέσω της δικής τους ξεχωριστής ικανότητας να διαβάζουν τη σιωπή μπορούμε να παραδειγματιστούμε και να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητές μας.
Το ζητούμενο λοιπόν είναι μια επανατοποθέτηση όσον αφορά τους στόχους και τις προσδοκίες μας μέσω των εργαλείων που μας προσφέρονται για αυτό το λόγο, κι αυτά δεν είναι άλλα από τον εσωτερικό διάλογο και την αυτοκριτική.
Μπορούμε να σκεφτούμε εκ νέου πάνω στην επικοινωνία και τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται αυτή.
Έχοντας πάρει ως δεδομένη την επικοινωνία μέσω της ομιλίας και του φωνούμενου λόγου, παραβλέπουμε τους άλλους τρόπους με τους οποίους μπορεί κανείς να έρθει σε επαφή με τους συνανθρώπους του. Για παράδειγμα τα νοήματα, που βασίζονται στις κινήσεις των χεριών, παρά το ότι συχνά φανερώνουν την λανθάνουσα ευρηματικότητά που ο καθένας κρύβει μέσα του αναλαμβάνοντας και έναν δημιουργικό ρόλο, έχουν παραμεριστεί λόγω της πρωτοκαθεδρίας της φωνής.
Ή ακόμα και ο αφουγκρασμός των κραδασμών που τόσο έντονα κατέχουν οι κωφοί, έχει ατροφήσει και τείνει να εκλείψει σαν αίσθηση στους περισσότερους απ’ τους ακούοντες. Εστιάζοντας στη φωνή και στις δυνατότητες που αυτή παρέχει όσον αφορά την επικοινωνία, συνήθως οι κραδασμοί περνούν απαρατήρητοι ενώ κανένας δεν μπαίνει στον κόπο να αναλογιστεί τη σημασία τους, προφανώς από έλλειψη χρόνου και διάθεσης.
Τελικά, η ξεχωριστή εμπειρία της πραγματικότητας που βιώνουν οι κωφοί μας βοηθά να ξεπεράσουμε τις ανασφάλειές μας και να επικεντρώσουμε τη προσοχή μας στα ουσιώδη δίνοντας βάρος στη ψυχική μας ισορροπία και την μετροέπεια.
Η γενναιοδωρία ως άξονας διαλόγου και γνωριμίας με τους ανθρώπους που βρίσκονται πλησίον μας είναι μια καλή αρχή προς αυτή την κατεύθυνση.
Γιατί μόνο έτσι βγαίνει ωφελημένο τόσο το κοινωνικό σύνολο εφόσον γνωρίζουμε και αποδεχόμαστε χωρίς προκαταλήψεις τις ιδιαιτερότητές τους, όσο και εμείς προσωπικά απ’ τη στιγμή που μαθαίνουμε να χειριζόμαστε τα εργαλεία επιβίωσής τους.
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι εικόνες και νοήματα δεν παράγει μόνο η ομιλούσα γλώσσα αλλά και τα υπόλοιπα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας.
Ελπίδα όλων είναι να επιτευχθεί η κοινωνική ενσωμάτωση που όμως δεν θα έχει πρόθεση να καταργήσει τη διαφορετικότητα των κωφών περιθωριοποιώντας τους αλλά να αξιοποιήσει τις ικανότητές τους όσον αφορά την διαχείριση του εσωτερικού χρόνου σιωπής.
Και αυτό θα επιτευχθεί μόνο εφόσον οι ακούοντες διευρύνουν τα όρια αποδοχής τους όσον αφορά τη διαφορετικότητα και «ακούσουν» αυτά που είναι σε θέση να μεταδώσουν άνθρωποι που έχουν μια διαφορετική σχέση με τον ήχο.
Άλλωστε, όπως γνωρίζουν πολύ καλά όσοι για κάποιο λόγο, επαγγελματικό, η ερασιτεχνικό έχουν ασχοληθεί με την ανθρώπινη φωνή, η ομιλία δεν ταυτίζεται με τις φωνητικές μας χορδές αλλά διαπνέει όλο μας το σώμα και διαπερνά όλες τις αισθήσεις μας!
HOME PAGE
Έχουν κάτι από το κύμα που παλεύει
Δες τα χέρια μου πως κάνουν
Δες ψηλά τις λέξεις φτάνουν
Τα δικά μου λόγια
Λόγια της σιωπής»
(Τραγούδι: Ελένη Πέτα
Στίχοι: Γιώτα Βασιλακοπούλου
Μουσική:Κ.Ζευγαδέλη)
Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε ένα κόσμο απόλυτης σιωπής στον οποίο η έννοια "ήχος", ως βίωμα που έχει προσληφθεί από τα ώτα, θα είναι άγνωστη.
Έναν κόσμο στον οποίο θα απουσιάζει η αίσθηση της μελωδίας ενός τραγουδιού, η καθημερινή συνήθεια της παρακολούθησης συζητήσεων ή ακόμα και η έννοια της ψυχαγωγίας που συχνά συνδέεται με τη μουσική.
Μια τέτοια καθημερινότητα βιώνουν οι κωφοί οι οποίοι, όπως είναι γνωστό χρησιμοποιούν την γλώσσα που βασίζεται κυρίως στις κινήσεις των χεριών, τη λεγόμενη νοηματική - κατ’ άλλους κινηματική - προκειμένου να επικοινωνούν τόσο μεταξύ τους όσο και με τους ακούοντες, με τη συνεισφορά διερμηνέων, όταν οι δεύτεροι δεν γνωρίζουν την γλώσσα των πρώτων.
Η απώλεια της ακοής δημιουργεί αισθήματα σαν κι αυτά που θίγονται παρακάτω: «Είναι κάτι περισσότερο απ’ το ότι 'δεν μπορώ να ακούσω'.
Είναι σαν ένα χρυσόψαρο σε γυάλα: πάντα παρακολουθείς τα πράγματα να συμβαίνουν έξω από σένα, τους ανθρώπους να μιλούν συνέχεια.
Είναι σαν να 'σαι στον κόσμο σου ανάμεσα σε ξένους.
Οι κωφοί δεν έχουν ακούσει ποτέ τις δικές τους φωνές, μόνο νοιώθουν τους κραδασμούς που αυτές προκαλούν στο λαιμό τους κάθε φορά που επιχειρούν να μιλήσουν.
Δεν ακούν το κλάμα τους, βλέπουν μόνο τα ίχνη δακρύων στα μάγουλα.
Δεν μπορούν να ακούσουν τις βωμολοχίες, βλέπουν μόνο τα ταραγμένα πρόσωπα και τα δάκτυλα να κινούνται απειλητικά μπροστά στα πρόσωπα τους.
Δεν μπορούν να ακούσουν το θρόισμα των φύλλων, παρά να δουν τα φύλλα να κινούνται και τα δέντρα να λικνίζονται - για τους ίδιους δε, ο χορός είναι μια κιναισθητική εμπειρία από την οποία απουσιάζει ο ρυθμός.
Δεν μπορούν να ακούσουν τους ήχους που φέρνουν οι εποχές, δεν προσλαμβάνουν το «ηχητικό τοπίο», παρα κυρίως το οπτικό, βλέποντας μόνο τις αλλαγές που έρχονται μαζί τους.
Ωστόσο, η απουσία του ήχου απ’ τη καθημερινότητά τους δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως έλλειψη αλλά ως μια διαφοροποίηση που μπορεί να έχει την αρνητική της πλευρά - δηλαδή την αποστέρηση της απόλαυσης απ’ το άκουσμα των διαφόρων ήχων- αναμφίβολα, όμως, έχει και τη θετική της.
Οι κωφοί, λοιπόν, είναι οι μόνοι που κατέχουν τόσο καλά τον ήχο της σιωπής αφού μπορούν πραγματικά να τον «ακούσουν», με την έννοια της ψυχικής αποτίμησής του. Κυρίαρχα μέσα μετάδοσης περιεχομένου για εκείνους είναι οι εικόνες καθώς αποτελούν το βασικό εργαλείο της γλώσσας τους, ενώ ο μόνος, ίσως, τρόπος να καταλάβουν τη δυναμική και την ενέργεια του ήχου είναι μέσω των κραδασμών.
Κινούμενοι, οι ακούοντες, στα πλαίσια ενός πολιτισμού στον οποίο κύρια εργαλεία διαμεσολάβησης είναι ο ήχος και η εικόνα τείνουμε να παραβλέπουμε ότι «η σιωπή λέει το ουσιώδες, το αρθρώνει. Δεν υπάρχει λόγος που να αξίζει όσο μια σιωπή που τη στηρίζει η ένταση μιας αυθεντικής ύπαρξης».
Η σιωπή και κατ’ επέκταση η γενικότερη κουλτούρα των κωφών είναι που μας διδάσκει για το μάταιο της λανθασμένης δικής μας εστίασης σχετικά με το τι έχει σημασία στη ζωή.
Μέσω της δικής τους ξεχωριστής ικανότητας να διαβάζουν τη σιωπή μπορούμε να παραδειγματιστούμε και να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητές μας.
Το ζητούμενο λοιπόν είναι μια επανατοποθέτηση όσον αφορά τους στόχους και τις προσδοκίες μας μέσω των εργαλείων που μας προσφέρονται για αυτό το λόγο, κι αυτά δεν είναι άλλα από τον εσωτερικό διάλογο και την αυτοκριτική.
Μπορούμε να σκεφτούμε εκ νέου πάνω στην επικοινωνία και τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται αυτή.
Έχοντας πάρει ως δεδομένη την επικοινωνία μέσω της ομιλίας και του φωνούμενου λόγου, παραβλέπουμε τους άλλους τρόπους με τους οποίους μπορεί κανείς να έρθει σε επαφή με τους συνανθρώπους του. Για παράδειγμα τα νοήματα, που βασίζονται στις κινήσεις των χεριών, παρά το ότι συχνά φανερώνουν την λανθάνουσα ευρηματικότητά που ο καθένας κρύβει μέσα του αναλαμβάνοντας και έναν δημιουργικό ρόλο, έχουν παραμεριστεί λόγω της πρωτοκαθεδρίας της φωνής.
Ή ακόμα και ο αφουγκρασμός των κραδασμών που τόσο έντονα κατέχουν οι κωφοί, έχει ατροφήσει και τείνει να εκλείψει σαν αίσθηση στους περισσότερους απ’ τους ακούοντες. Εστιάζοντας στη φωνή και στις δυνατότητες που αυτή παρέχει όσον αφορά την επικοινωνία, συνήθως οι κραδασμοί περνούν απαρατήρητοι ενώ κανένας δεν μπαίνει στον κόπο να αναλογιστεί τη σημασία τους, προφανώς από έλλειψη χρόνου και διάθεσης.
Τελικά, η ξεχωριστή εμπειρία της πραγματικότητας που βιώνουν οι κωφοί μας βοηθά να ξεπεράσουμε τις ανασφάλειές μας και να επικεντρώσουμε τη προσοχή μας στα ουσιώδη δίνοντας βάρος στη ψυχική μας ισορροπία και την μετροέπεια.
Η γενναιοδωρία ως άξονας διαλόγου και γνωριμίας με τους ανθρώπους που βρίσκονται πλησίον μας είναι μια καλή αρχή προς αυτή την κατεύθυνση.
Γιατί μόνο έτσι βγαίνει ωφελημένο τόσο το κοινωνικό σύνολο εφόσον γνωρίζουμε και αποδεχόμαστε χωρίς προκαταλήψεις τις ιδιαιτερότητές τους, όσο και εμείς προσωπικά απ’ τη στιγμή που μαθαίνουμε να χειριζόμαστε τα εργαλεία επιβίωσής τους.
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι εικόνες και νοήματα δεν παράγει μόνο η ομιλούσα γλώσσα αλλά και τα υπόλοιπα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας.
Ελπίδα όλων είναι να επιτευχθεί η κοινωνική ενσωμάτωση που όμως δεν θα έχει πρόθεση να καταργήσει τη διαφορετικότητα των κωφών περιθωριοποιώντας τους αλλά να αξιοποιήσει τις ικανότητές τους όσον αφορά την διαχείριση του εσωτερικού χρόνου σιωπής.
Και αυτό θα επιτευχθεί μόνο εφόσον οι ακούοντες διευρύνουν τα όρια αποδοχής τους όσον αφορά τη διαφορετικότητα και «ακούσουν» αυτά που είναι σε θέση να μεταδώσουν άνθρωποι που έχουν μια διαφορετική σχέση με τον ήχο.
Άλλωστε, όπως γνωρίζουν πολύ καλά όσοι για κάποιο λόγο, επαγγελματικό, η ερασιτεχνικό έχουν ασχοληθεί με την ανθρώπινη φωνή, η ομιλία δεν ταυτίζεται με τις φωνητικές μας χορδές αλλά διαπνέει όλο μας το σώμα και διαπερνά όλες τις αισθήσεις μας!
HOME PAGE
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)